Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Στο 33...

Πήρα το λεωφορείο της γραμμής 33 από την στάση του Μουρούζη στην Μητροπόλεως. 

Κόσμος πολύς. Το αυτοκίνητο παλιό, πρέπει να ήταν από τα πιο παλιά που κυκλοφορούν. Έτριζε με το παραμικρό καθώς κινιόταν αργά επάνω στον δρόμο και σου έδινε την εντύπωση ότι κινδύνευε να διαλυθεί. 

Ο οδηγός ταίριαζε απόλυτα με το όχημα του. Πενηνταπεντάρης με κουρασμένο, σχεδόν παραιτημένο βλέμμα, φανελάκι – πουκάμισο – πουλοβεράκι – μπουφάν, αγέλαστος, αλλά και μια ευγένεια ασυνήθιστη. Από αυτές που δεν συναντάς πια. Την ευγένεια του παλιού ανθρώπου που πραγματικά νοιαζόταν. Πού έλεγε ότι πρέπει να γίνει η δουλειά και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην γίνει σωστά. Οδηγούσε φρενάροντας για την επόμενη στάση, σχεδόν μόλις ξεκινούσε από την προηγούμενη. Μεγάλη προσοχή, σα να μετέφερε νιτρογλυκερίνη ή αυγά έτοιμα να σπάσουν.

Το λεωφορείο γεμάτο ασφυκτικά. Βρήκα ένα μέρος να σταθώ κοντά στην μπροστινή πόρτα. Κάθε φορά που κάποιος έπρεπε να κατέβει, κατέβαινα και εγώ για να τον διευκολύνω. Το καμπανάκι της στάσης και αυτό παλιομοδίτικό. Ντινννν και άναβε ένα φωτάκι επάνω από την πόρτα. Το φωτιστικό δεν έγραφε stop όπως στα καινούργια. Είχε ένα πλαστικό κάλυμμα κιτρινισμένο από τον καιρό που συγκρατιόταν από δύο στραβοκολλημένα κομμάτια χαρτοταινίας. Άναβε και φωτιζόταν ένα τμήμα του διαδρόμου δυσανάλογα μεγάλο. Πρέπει να είχαν βάλει πιο μεγάλη λάμπα. Έντονο φως αλλά και χολεριασμένο. Κανονική παρακμή.
Όταν αραίωσε ο κόσμος έβλεπα τα πρόσωπα των επιβατών να φωτίζονται από φωτιστικά φθορισμού με διαφορετική φωτεινότητα, στερεωμένα στην οροφή. Σκεφτόμουν ότι κάπως έτσι θα πρέπει να είναι το χρώμα του προσώπου τους λίγο μετά αφού θα εγκαταλείψουν τον μάταιο τούτο κόσμο… Το είχα διαβάσει κάποτε σε ένα βιβλίο του Τσάντλερ και δεν μπορούσα να αποφύγω τον συνειρμό αυτό.

Δύο κοπέλες δίπλα μου φλυαρούσαν σε όλη την διαδρομή. Όχι δυσάρεστα, όχι πολύ φωναχτά, αλλά δίπλα τους ήμουν, άκουγα. Η μια παντρευόταν και συζητούσαν για τις προετοιμασίες του γάμου. Με το καλό!

Ένας μπαμπάς με μια κόρη, λίγο πριν από την εφηβεία, στέκονταν και αυτοί όρθιοι δίπλα μου και δεν αντάλλαξαν κουβέντα σε όλη την διαδρομή. Ακόμα και για να κατέβουν, όταν έφτασαν στη στάση τους, συνεννοήθηκαν με τα μάτια. Το κορίτσι κρατούσε μια χαρτοσακούλα που ανέδινε μια μυρωδιά από ζεστή χορτόπιτα. Υγιεινή διατροφή σκέφτηκα που υποστήριζε το ψηλόλιγνο σουλούπι που μοιραζόταν με τον πατέρα της. 

Φτάσαμε στην στάση μου. Ντριννν και εγώ και το stop της πόρτας που δεν έγραφε stop, φώτισε την τελευταία εικόνα που πήρα μαζί μου.

Καλό βράδυ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου