Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Ο γιος του μπαμπά του

Ψηλός, αθλητικός, όμορφο δεν το έλεγες, με στυλ παλιομοδίτικο, λίγο 70s. Από νωρίς του είχαν τάξει ότι θα πάρει το μαγαζί του μπαμπά του. Εκείνος έξυπνος, κοσμογυρισμένος είχε φτιάξει μια επιχείρηση στα Ελληνικά μέτρα. Λούστρο, αέρας κοπανιστός, δάνεια που σπαταλούσε με τους κολλητούς του και που και που πετούσε και ότι περίσσευε στους παρακάτω.
Τον ξεκίνησαν από χαμηλά αλλά πάντα σε αβανταδόρικες θέσεις στην επιχείρηση. Ήταν νέος τότε, ο μπαμπάς έφτιαξε μια θέση κομμένη και ραμμένη, όπως νόμιζε, στα μέτρα του. Πάρε γιέ μου το τμήμα με τα νεανικά προϊόντα, νέος είσαι θα τα βρείτε μεταξύ σας. Έπαιξε, έπαιξε αποτέλεσμα δεν έβγαλε, αλλά αυτό δεν πείραζε. Άμα είσαι το παιδί του αφεντικού τα λάθη και οι αδυναμίες συγχωρούνται. Ποιος νοιάζεται άλλωστε. Τα λεφτά ήταν πολλά και δεν ήταν «δουλεμένα». Κανένας δεν τα πονούσε.
Κάποια μέρα το αφεντικό έφερε στο μαγαζί μια κακιά μητριά. Της έφτιαξε και έναν πύργο και την έβαλε αρχόντισσα εκεί μέσα, αν και μόνο αρχόντισσα δεν την έλεγες. Ο γιός σκιάχτηκε. Θύμωσε. Δεν μπορούσε να πει όμως τίποτα μέχρι που τα έφερε έτσι η μοίρα η κακιά και ο πατέρας αρρώστησε. Τα στελέχη της επιχείρησης βάλαν μπροστά τον γιό να πάει να του πει να φύγει. Να κάνει πέρα και το μαγαζί να το πάρει ένας από τους διευθυντές. Όχι για πάντα, μόνο μέχρι να μεγαλώσει λίγο να δέσει, να ψηθεί στη δουλειά ο μικρός. Τι να κάνει και αυτός θέλοντας και μη έκανε πέρα.
Το μαγαζί λοιπόν το πήρε ένας από τους διευθυντές, ίσως αυτός που ήταν λιγότερο αναμενόμενο να το πάρει. Αυτό σε πολλούς δεν άρεσε αλλά καθώς είχε βρει τον ανταγωνισμό σε μαρασμό και πουλούσε καλά για αρκετά χρόνια, κανένας δεν τολμούσε να πει τίποτα.
Στο μεταξύ ο πατέρας είχε πεθάνει, την κακιά μητριά την είχαν διώξει από το σπίτι και ο μικρός όλο και τρωγότανε γιατί είχε γίνει πια μεγάλος. Όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, ο κόσμος που είναι κακός και μικρόψυχος κυκλοφορούσε ιστορίες ότι το παιδί είναι χαζό και ότι δεν θα κατάφερνε ποτέ να ξαναπάρει την επιχείρηση του μπαμπά του. Κάποιοι λένε ότι η μεγαλύτερη εξυπνάδα είναι να σε περνάνε για χαζό. Γελούσε λοιπόν κάτω από τα μουστάκια του και συνέχισε να ετοιμάζεται για την ώρα που τελικά δεν άργησε να έλθει.
Όταν ο διευθυντής είδε ότι ο ανταγωνιστής πήρε τα πάνω του και ότι η κυριαρχία στην αγορά χανόταν, παρέδωσε την επιχείρηση στον γιό. Πολλοί συνέχισαν να τον έχουν για χαζό και παιδί της σφαλιάρας. Εκείνος όμως ήξερε ότι η ζωή έχει τα πάνω και τα κάτω. Η αντίπαλη επιχείρηση, οικογενειακή και αυτή, κάποια στιγμή πήρε την κατιούσα. Είχε έλθει η ώρα να αποδείξει σε όλους τι άξιζε.
Οι πωλήσεις ανέβηκαν κατακόρυφα και βρέθηκε να κατέχει σχεδόν το 50% της αγοράς. Οι πελάτες ήταν ενθουσιασμένοι. Γρήγορα όμως κατάλαβαν ότι άδικα χαιρόντουσαν. Τα προϊόντα που παρήγαγε η επιχείρηση κάθε μέρα γινόταν και χειρότερα. Οι υπηρεσίες ήταν χαμηλού επιπέδου και ακριβές και οι δανειστές, που τόσα χρόνια δάνειζαν, άρχισαν να ζητούν τα λεφτά του πίσω. Την επιχείρηση σύντομα την έθεσαν σε αναγκαστική διαχείριση από τις τράπεζες που τόσα χρόνια δάνειζαν λεφτά για να μπορεί να περνάει καλά ο μπαμπάς του και οι φίλοι του, οι διευθυντές αλλά και αργότερα οι ανταγωνιστές που για κάποιο διάστημα μονοπώλησαν και αυτοί την αγορά. Οι πελάτες ήταν πια πολύ δυσαρεστημένοι.
Πριν καλά καλά το καταλάβει μέσα δύο χρόνια από σωτήρας έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος. Ήταν η κατάλληλη στιγμή για έναν ακόμα από τους διευθυντές να το διώξει από το μαγαζί του πατέρα με συνοπτικές διαδικασίες. Ταπεινωμένος και λυπημένος άρχισε να γυρίζει τον κόσμο σαν την θλιμμένη Σοράγια. Αρνήθηκε σθεναρά να αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούσαν για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η κάποτε κραταιά επιχείρηση.
Εν τω μεταξύ η ανταγωνιστική επιχείρηση πήρε ξανά κεφάλι αλλά στην αγορά είχε εμφανιστεί και άλλος ανταγωνιστής. Μια μικρή επιχείρηση άρχισε να ανεβαίνει και να μεγαλώνει το μερίδιο της στην αγορά πουλώντας φτηνά αντίγραφα των προϊόντων που είχε φτιάξει ο πατέρας του. Η διαχείριση ήταν αλλοπρόσαλλη αλλά το αγοραστικό κοινό, μην ξέροντας που να απευθυνθεί, άρχισε να αγοράζει τα προϊόντα αυτά αφού αυθεντικά δεν υπήρχαν πια διαθέσιμα στην αγορά, ήταν φτηνά και τους θύμιζαν τις εποχές που μπορούσαν να αγοράσουν τα αυθεντικά.
Μπροστά στον κίνδυνο αυτού του νέου ανταγωνιστή, οι άλλοτε αντίπαλοι, την ανάγκη ποίησαν φιλοτιμία, και ένωσαν τις δυνάμεις τους. Οι συνεργασίες αυτές δεν κρατάνε πολύ. Η επιχείρηση με τις κόπιες γρήγορα κατάφερε να τους πιέσει ώστε να αναγκαστούν να ρωτήσουν για μια ακόμη φορά τους καταναλωτές, ποιόν προτιμούν.
Αυτή τη στιγμή διάλεξε ο ψηλός, αθλητικός, όμορφο δεν το έλεγες, με στυλ παλιομοδίτικο, λίγο 70s ήρωας μας να ξεκινήσει μια νέα επιχείρηση. Η επιχείρηση αυτή θα ήταν ανταγωνιστική στην επιχείρηση που είχε ιδρύσει ο πατέρας του και θα παρήγαγε τα ίδια προϊόντα. Το concept γνωστό και προαποφασισμένο. Αυτός, ως γιός του πατέρα του, είχε τη μαγική συνταγή με την οποία ο πατέρας του έφτιαχνε τα προϊόντα που τόσα χρόνια κατάπιναν οι πελάτες αμάσητα. Προσοχή στις απομιμήσεις και αν ρίξαμε μια φορά έξω το μαγαζί, μη φοβάστε αυτή τη φορά θα τα πάμε καλά. Γιατί; Μάλλον κανένας δεν τον ρώτησε.
Ενδιαφέρον το εγχείρημα και μένει να δούμε αν οι καταναλωτές θα τσιμπήσουν και θα ξεχάσουν την επιχείρηση που τους πούλησε τα ληγμένα και θα της δώσουν μια ακόμα ευκαιρία να δοκιμάσει επάνω τους τη μαγική συνταγή της ή θα την στείλουν από εκεί που ήλθε.
Μου αρέσει να διαβάζω ιστορίες επιχειρήσεων. Νιώθω ότι με κάνουν σοφότερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου