Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Η Παραθέριση

Τέτοιες μέρες είχαμε ήδη φύγει στην «παραθέριση». 
 
Αν περνούσαν δύο μέρες, μετά το τέλος των μαθημάτων, και δεν είχαμε φύγει, θεωρούσαμε ότι είχαμε χάσει το καλοκαίρι μας. Βέβαια η μητέρα μας δε δούλευε και ήμασταν αρκετά ευέλικτοι στα προγράμματα μας. Φορτώναμε ένα ολόκληρο νοικοκυριό και στην ουσία μετακομίζαμε για 3 μήνες στην εξοχή. 

Οι διακοπές μας ήταν η ετοιμολογία του όρου «παραθέριση». Οι πρώτες μέρες είχαν το δικό τους τελετουργικό. Ξαναβρίσκαμε την τσακαλοπαρέα με την οποία είχαμε χωριστεί όλο τον προηγούμενο χειμώνα. Φυσικά ξαναρχίζαμε ακριβώς από εκεί που είχαμε σταματήσει στο τέλος του προηγούμενου Αυγούστου. Μιλιά για τα μαθήματα, λέξη για τη ζωή στην πόλη. 

Θυμάμαι ότι φορούσα το φανελάκι μου και από την πρώτη κιόλας μέρα η πλάτη μου γινόταν σαν την ξεροψημένη πέτσα του Πασχαλινού αρνιού. Άπειρες ώρες ποδηλάτου, μου προσέδιδαν το βάδισμα του Τζον Γουέην όταν αποφάσιζα να κατέβω… 

Το μεσημέρι, νωρίς, όλοι μαζί για μπάνιο. Τότε δεν μας ένοιαζε τόσο ο "καλός" και "κακός" ο ήλιος, απλώς υπήρχε ένα πρόγραμμα που ακολουθούσαμε όλοι. Φορτωνόμασταν ομπρέλες, σωσίβια, βατραχοπέδιλα, μάσκες, αναπνευστήρες, ρακέτες, πετσέτες, καπέλα και όλη η παρέα στη θάλασσα. Μπροστά τα παιδιά, πίσω οι μαμάδες με περίεργα καπέλα και φορέματα από μπουρνούζι. Μεγαλώνοντας επιφορτίστηκα με την μεγαλίστικη εργασία του «μπηξίματος» της ομπρέλας μέσα στην άμμο. Σκάβαμε και λάκκους. Μεγάλους λάκκους, να δούμε αν θα καταφέρουμε να βρούμε νερό. Με φτυάρια ή με χέρια και με νύχια που έσπαζαν και μετά «πενθούσαν». Μπαίναμε στη θάλασσα και ξεχνούσαμε να βγούμε. Να «παππουδιάσουν» τα χέρια μας. Πρώτα στα ρηχά και μετά βαθιά. Να «γίνουμε οι τελευταίοι» να μην υπάρχει κάποιος που είναι πιο βαθιά από μας! 

Το μεσημέρι φαγητό, την ίδια πάντα ώρα. Γεμιστά, παπουτσάκια και όλο το μαγειρικό οπλοστάσιο του καλοκαιριού. Υλικά αγορασμένα από πλανόδιους που περνούσαν είτε επάνω σε κάρα που τα έσερναν μουλάρια είτε επάνω σε τράκτορες. Μυρωδιές από φρούτα και λαχανικά, αναμεμιγμένες με αυτή του άχυρου και της λαδομπογιάς που συντηρούσε τις καρότσες. Πολλαπλασιασμένες από την ζέστη του καλοκαιριού. Ακόμα τις έχω στη μύτη μου. Η ζυγαριά στο πίσω μέρος να πηγαίνει πέρα δώθε, σαν παντιέρα. 

Θυμάμαι ότι τα πρώτα χρόνια δεν είχαμε ψυγείο και ο παγοπώλης περνούσε καθημερινά εφοδιάζοντας μας με παγοκολόνες που έκοβε με ένα λεπτό πριόνι και συγκρατούσε με ένα γάντζο. Ο Κάπτεν Χουκ των καλοκαιριών μας… 

Μετά το φαγητό υποχρεωτική κατάκλιση. «Να γίνει ησυχία» μέχρι τις πέντε που επιτρεπόταν και πάλι η κυκλοφορία… Προετοιμασία με ανταλλαγές «Μίκυ Μάους», «Μπλεκ», «Τιραμόλα» και άλλων ταλαιπωρημένων περιοδικών που επικουρούσαν την μεσημεριανή συνομωσία της σιωπής. Η αδελφή μου αναλάμβανε τις διαπραγματεύσεις και με ένα μαγικό τρόπο πάντα γυρνούσε με περισσότερα περιοδικά από όσα ξεκινούσε. Τέτοιους ανθρώπους χρειαζόμαστε στα Eurogroup, αλλά πού μυαλό…

Στις 5 και ένα λεπτό έξω όλοι. Όλες οι δυνάμεις των ΜΑΤ δε θα μπορούσαν να κρατήσουν τα πιτσιρίκια ούτε ένα λεπτό παραπάνω στο σπίτι. Ποδήλατο αλλά και παιχνίδια. Από νωρίς ποδόσφαιρο και τζαμί και το βράδυ που νύχτωνε, κρυφτό. Μεγαλώνοντας είχαμε και τα πρώτα μας πάρτι. Ρεφενέ πατατάκια, γαριδάκια, πορτοκαλάδες και γκαζόζες. Από το πρωί πήγαινε η συμμορία με τα ποδήλατα και απαλλοτρίωνε πεπόνια και στρόγγυλα μικρά καρπούζια για να γίνουν τα φαναράκια, τύπου Halloween, που θα δημιουργούσαν ατμόσφαιρα. Τότε δεν είχαμε ακούσει για Halloween και κολοκύθες, αλλά κάποιος τα είχε δει σε ένα βιβλίο Αγγλικών και τα θεώρησε καλή ιδέα και έτσι οι κολοκύθες έγιναν πεπόνια και καρπούζια που τα είχαμε και σε αφθονία. Κεριά από την εκκλησία. Αυτά αγορασμένα. Η συμμορία ήταν θρησκευόμενη. Μουσική από κασέτες που είχαμε εξασφαλίσει από τα μεγαλύτερα αδέλφια. «A casa d’Irene» και τα πρώτα μας «μπλουζ». Παιδική καψούρα με κόκκινα μάγουλα και πειράγματα από την παρέα. 

Η βραδινή κατάκλιση, την ίδια πάντα ώρα, με θρησκευτική ευλάβεια ανάλογη της μεσημεριανής. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. 

Όλα τα θυμάμαι. Τον κωδικό του wifi γιατί δεν τον θυμάμαι…




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου