Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Στους Ιμάμ


Έρχεται, που λες, την περασμένη εβδομάδα η κόρη μου και με ρωτάει:

-          Θα πάμε τη Δευτέρα Ιμάμ Μπαϊλντί;

Εγώ, ο καημένος, παράκουσα και αντί για «πάμε», άκουσα «φάμε»… και βιάστηκα να απαντήσω:

-          Φυσικά! Ποιος τυφλός δεν θέλει το φως του.

-          ΟΚ, κανονίστηκε!

Όταν κατάλαβα το λάθος ήταν αργά. Τέλος πάντων, λέω, να βγάλουμε εισιτήρια.

-          Α, δεν έχει εισιτήρια. Είναι δωρεάν. Μόνο θα πάμε κάτι τρόφιμα, για καλό σκοπό.

-          Και καλά. Αφού εμείς δεν είμαστε ούτε αγρότες, ούτε μπακάληδες, τι νόημα έχει να πάμε τρόφιμα και να μην πληρώσουμε εισιτήριο, αφού και εμείς θα  τα αγοράσουμε από το σούπερ μάρκετ. Κάτι δεν έχουν καταλάβει από την ανταλλακτική οικονομία ή κάτι άλλο «παίζει».

Τίποτα παραπάνω δεν είπα, διότι δεν είχε και νόημα. Έτσι βρέθηκα, χθες, να ξεκινάω το μεγάλο ταξίδι από την Καλαμαριά προς τη Μονή Λαζαριστών, φορτωμένος με λάδια, φασόλια και ντοματόζουμα, σα να πήγαινα στο Master Chef μοναστηριακής κουζίνας. Δευτέρα, σκέφτηκα, κλειστή η αγορά, δεν θα έχει κίνηση. Λογάριασα χωρίς τον ξενοδόχο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ξενοδόχος,  ήταν η «μεγαλειώδης» συγκέντρωση 32 ψηφοφόρων κάποιου Μιταφίδη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα στη ΔΕΘ και μερικών εκατοντάδων από έξω που έπαιζαν ξύλο με τα ΜΑΤ, που προστάτευαν τους 32.

Σε τέτοιες περιπτώσεις βάζω να ακούσω Ράδιο Καταστροφή. Είναι ένας σταθμός (προφανώς δεν είναι αυτό το όνομα του), ο οποίος συνήθως δεν αντέχεται αλλά σε περιπτώσεις σαν την χθεσινή κάνει καλή δουλειά. Με την βοήθεια λοιπόν των ραδιοφωνικών φίλων, ξεκίνησα να διασχίσω την πόλη, η οποία ήταν ποτισμένη με την εσάνς εκατοντάδων δακρυγόνων.
Κάποτε και μετά από πολλές δυσκολίες και καθυστερήσεις φτάσαμε. Παραδώσαμε τα τρόφιμα-εισιτήρια σε έναν χαμογελαστό ιερέα στην είσοδο και πήγαμε στην επόμενη ουρά, για να μπούμε μέσα.

-          Λυπάμαι αλλά είναι γεμάτο. Δεν μπορείτε να μπείτε.

Τι λες ρε φίλε. Πέρασα δέκα πίστες, σα να ήμουν ο Σούπερ Μάριο και ο Πακ Μαν μαζί, για να φτάσω εδώ και με λες δεν χωράω; Καταρχήν η δήλωση είναι ρατσιστική. Τόσο πολύ χόντρυνα πια;
Δεν χωράμε; Δεν χωράμε. Τι να κάνουμε. Ανέβα από εδώ, στρίψε από εκεί, κρεμάσου παραπέρα, τελικά βρεθήκαμε να παρακολουθούμε την συναυλία «σκαλομαρία», τώρα στα γεράματα.

Η συναυλία καλή. Ο κόσμος ενθουσιώδης. Τα τραγούδια του Χιώτη, πασπαλισμένα με ασημόσκονη της δεύτερης δεκαετίας μετά το 2000, πάντα ευπρόσδεκτα. Κόσμος, κόσμος, κόσμος. Δίπλα μας είχαμε κάτι πιτσιρίκες που έβγαζαν selfie και μετά τις ποστάριζαν στα social media με αγωνιώδεις ερωτήσεις για την ορθογραφία του ονόματος του συγκροτήματος. Ένα ζευγάρι παραδίπλα, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να τεκνοποιήσει, μπροστά στα μάλλον απορημένα μάτια ενός πεντάχρονου κοριτσιού και τα δικά μου. Κινητά παντού. Κόσμος που χόρευε. Κάποιοι, με το σύνδρομο του Γιαπωνέζου τουρίστα,  μαγνητοσκοπούσαν την συναυλία την οποία δεν πρόκειται να ξαναδούν.

Ωραία βραδιά! Έπρεπε να ζοριστούμε για να καταλάβουμε την αξία της.  Μας έφαγε λίγο η ορθοστασία, αλλά χαλάλι. «Διώξαμε το κακό», που θα έλεγε και ένας τυπάκος με μαλλί ράστα (αν μπόρεσα να διακρίνω καλά από την απόσταση που βρισκόμουν), που χοροπηδούσε στην σκηνή ουρλιάζοντας κάνοντας θλιβερά αποτυχημένες προσπάθειες να ραπάρει.

Και εις άλλα με υγεία.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Στο παρκάκι


Σε ένα μικρό παρκάκι, εκεί στο ρέμα της Τούμπας, τους βλέπω κάθε πρωί, τώρα το καλοκαίρι.

Σε μια άκρη του στρογγυλού κόμβου, που τα αυτοκίνητα μπερδεύονται και οι οδηγοί βρίζονται αναμεταξύ τους, έχουν φτιάξει το στέκι τους. Μην φανταστείς τίποτα φοβερό. Ένα μπετονένιο κυκλικό τραπέζι, παλιό, βρώμικο, άβαφο και δύο κόκκινα παγκάκια αντικριστά.

Η παρέα είναι δύο άντρες, στην ηλικία που ονομάζουμε «συνταξιούχοι». Πρωί πρωί πάει ο πρώτος και περιμένει τον άλλο. Αμφίεση καλοκαιρινή. Ο ένας, ο πιο μεγαλόσωμος, με μπλε ανοιχτό «κασκορσέ» να τεντώνει στη κοιλιά και μαλλί λιγοστό, λευκό αλλά μακρύ, σαν τον τρελό επιστήμονα στο «Back to the future». Το στυλ φωνάζει ότι, όταν δούλευε, ήταν «μάστορας». Ο άλλος αδύνατος, πιο μικροκαμωμένος με πουκάμισο άσπρο με σκληρό γιακά φορεμένο έξω από το παντελόνι και πλούσια περιποιημένη λευκή κόμη. Επάγγελμα, αδιευκρίνιστο.

Κάθονται από την ίδια μεριά, αφού ο θόρυβος των αυτοκινήτων που περνούν από δίπλα τους, δυσκολεύει την επικοινωνία. Κοιτάζουν το κενό και συζητούν ήσυχα. Επάνω στο τραπέζι από μια κούπα με καφέ. Κανονική κούπα, φερμένη από τη σπίτι. Πορσελάνη, όχι πλαστικά μιας χρήσης και αηδίες. Παραδίπλα ένα αρχαίο «τρανζίστορ» σεβαστών διαστάσεων, φασκιωμένο με άσπρη μονωτική ταινία, «παράσημο» μάλλον από κάποιο πέσιμο και μια σπασμένη κεραία. Την δουλειά του, όμως, φαίνεται να την κάνει και έτσι μεταφέρεται καθημερινά σπίτι – στέκι, στέκι – σπίτι. Σα να ακούω την κυρά του, να τον μαλώνει κάθε πρωί που φεύγει από το σπίτι. Περίεργο πώς τα ζευγάρια, όσο μεγαλώνουν, μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν. «Πού πας ευλογημένε με αυτή την αρχαιολογία; Θα σε βλέπει ο κόσμος και θα μας κοροϊδεύει». Αυτός θα πετάει κανένα «έτσι πώς μας κατάντησαν, τι περίμενες να έχω, στερεοφωνικό με ηχεία;» και θα φεύγει βροντώντας την πόρτα έχοντας κάνει την μικρή του επανάσταση εναντίον του ζυγού της «Σατράπισσας» αλλά και «αυτών, που μας κατάντησαν έτσι». Όχι πολλά πράγματα βέβαια, γιατί ξέρει ότι δεν τον παίρνει. Θα πρέπει να γυρίσει πίσω το μεσημέρι και να βρει και το φαγί έτοιμο.

Μερικές μέρες, παίζουν σκάκι. Άλλες πάλι συζητούν, ήρεμα. Χωρίς εξάρσεις και φωνές. Γι αυτούς, αυτά είναι τα δικά τους social media. Τοίχος μικρός κλειστός με λίγους φίλους… Φαντάζομαι την θεματολογία. Τα παιδιά, ο Τσίπρας, ο Μητσοτάκης και πολλές ιστορίες από τότε που δούλευαν. Καθημερινή πικρή μνεία στις συντάξεις που πετσοκόβονται, τον ΕΝΦΙΑ για το σπιτάκι που αγόρασαν με αιματηρές οικονομίες, στην αδυναμία να αντιδράσουν για όσα γίνονται γι αυτούς, χωρίς αυτούς. Σημαντική θέση, στις καθημερινές κουβέντες, κατέχουν και οι διάφοροι δημοσιογράφοι, της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, τους οποίους έχουν αναγάγει σε δικούς τους υπερήρωες. Σούπερμεν με μαρκούτσι αντί για μπέρτα. «Είδες πώς του τα ψαλε, του υπουργού;». Είναι αυτοί που θα πουν κατάμουτρα στους «μεγάλους» όσα αυτοί δεν τόλμησαν ή δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να πουν.

Είναι όμορφα εκεί στη δροσιά κάτω από τα πεύκα και ας έχει λίγη φασαρία και καυσαέριο από τα αυτοκίνητα. Το μεσημέρι, την ίδια πάντα ώρα σαν σχόλασμα από την δουλειά, θα σηκωθούν, θα αποχαιρετήσουν, αφού δώσουν ραντεβού για την επόμενη μέρα και θα αναχωρήσουν για το σπίτι. Πρώτα, βέβαια, θα περάσουν από το «σούπερ» για τα απαραίτητα ψώνια, αυστηρά βγαλμένα από την λίστα. Δεν είναι να μπλέκεις τώρα, με την κυρά...

Τους ζηλεύω, διότι φαίνεται ότι έχουν ισορροπήσει σε ένα δικό τους μονωμένο σύστημα. Τους ζηλεύω διότι κάνουν αυτό που δεν θα μπορέσουμε εμείς, της γενιάς μου, να κάνουμε ποτέ. Ο Θεός να τους έχει καλά.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Το λεωφορείο


Από οικονομικά, δεν καταλαβαίνω πολλά. Εμείς οι μηχανικοί δεν είμαστε πολύ έξυπνοι, αλλά είμαστε πρακτικοί άνθρωποι. Θα σου το πω, λοιπόν, όπως το καταλαβαίνω.

Ήταν που λες ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ από τα παλιά, εκείνα με την στρογγυλεμένη μούρη, το καπιτονέ κουτί δίπλα στον οδηγό και την πόρτα που την συγκρατούσε ένα ζωνάρι όταν άνοιγε. Φουλ γεμάτο κατέβαινε στην Αθήνα από τον δρόμο τον παλιό, τον καοκτράχαλο, που ήταν γεμάτος και με ακριβά διόδια.

Ντούκου ντούκου, ο κόσμος υπέφερε και διαμαρτυρόταν. Ένας νεαρός επιβάτης φώναζε ότι αν του δώσουν το τιμόνι, το λεωφορείο θα γίνει σύγχρονο, θα έχει μεγάλες θέσεις και κλιματισμό για όλους και θα τους πήγαινε από έναν αυτοκινητόδρομο, που μόνο εκείνος ήξερε.

Πολύ δεν ήθελε. Πέταξαν έξω από το λεωφορείο τον παλιό οδηγό και πήραν το νέο. Χαζοί δεν ήταν.

Από την πρώτη στιγμή κάτι σα να μην πήγαινε καλά, αλλά σκέφτηκαν «νέος είναι, θα μάθει». Αυτός λοιπόν όχι μόνο δεν τους πήγε με σύγχρονο λεωφορείο αλλά άφησε να ρημάξει και το παλιό (κάτι σαν την ιστορία με τον ΟΑΣΘ). Ο δρόμος δεν έφτιαξε, οι συνθήκες του ταξιδιού κάθε μέρα και χειρότερες. Ο οδηγός, μαζί με κάτι φίλους τους, ήταν οι μόνοι που περνούσαν καλά. Εκεί μπροστά που καθόταν, είχε κλιματισμό, άνετες καρέκλες και χαϊλίκια που δεν είχαν ξαναδεί στην ζωή τους.

Από τους επιβάτες που ήταν στην καρότσα, ο νέος οδηγός, ζητούσε συνεχώς πρόσθετο εισιτήριο, γιατί, καθώς έλεγε, η βενζίνη και τα διόδια είχαν ακριβύνει και εκείνος δυστυχώς δεν το είχε υπολογίσει. Κατά ένα περίεργο τρόπο, από τότε που πήρε το τιμόνι, η Αθήνα συνεχώς ξεμάκραινε (όπως γίνεται σε κάτι κακά όνειρα, που τα λένε εφιάλτες).

Η διαδρομή αυτή ήταν κάτι σαν ράλι. Μια επιτροπή παρακολουθούσε κάθε κίνηση του λεωφορείο και όποτε πίστευε ότι κάτι δεν έκανε καλά, του έβαζε βαθμούς ποινής.

Κάποτε έφτασαν στην Αθήνα. Ο νεαρός οδηγός έβαλε τα καλά του και άρχισε να πανηγυρίζει, σα να είχε τερματίσει πρώτος στο γραντ πρι του Μόντε Κάρλο. Έβαλε και μια γραβάτα σαν θερμόμετρο, και καμώθηκε τον πιλότο. Γέλια και χαρές με τους φίλους του, που έτσι και αλλιώς περνούσαν καλά. Οι επιβάτες από την καρότσα, ετοιμάστηκαν να κατέβουν, τσαλακωμένοι, κουρασμένοι και πεινασμένοι.  Ταλαιπωρία, αλλά είχαν φτάσει.

Μια άσχημη έκπληξη τους περίμενε. Η επιτροπή του ράλι, που είπαμε, τους σταματάει και τους λέει με μια περίεργη ξενική προφορά. «Φτάσατε, αλλά δεν τεγματήσατε. Έχετε τόσους πολλούς βαθμούς ποινής, που για να τεγματήσετε θα πγέπει να κάνετε την διαδγομή πάνω κάτω πέντε φογές πάνω κάτω. Και θα την κάνετε από τον ίδιο δγόμο με τις ίδιες συνθήκες». Κάποιος ψέλλισε «και εμείς τι φταίμε, αν αυτός δεν ήξερε να οδηγεί». Οι άνθρωποι της επιτροπής τον αγνόησαν επιδεικτικά. Οι επιβάτες δεν πίστευαν στα αυτιά τους. Αν ήταν έτσι, τότε γιατί πανηγύριζε ο νεαρός οδηγός και οι φίλοι του; Η εξήγηση ήταν απλή. Εκείνοι περνούσαν μια χαρά, όπως δεν είχαν ελπίδα να περάσουν ποτέ, είτε το ταξίδι ήταν με καλό λεωφορείο σε σύγχρονο, δρόμο είτε όχι.

Ξαναμπήκαν στο λεωφορείο, στριμώχτηκαν στις θέσεις και περίμεναν υπομονετικά, ο νεαρός οδηγός να τελειώσει με τους πανηγυρισμούς για να ξεκινήσουν το ταξίδι της ταλαιπωρίας.

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Στη Μοδιάνο

Θα ήμασταν εκεί γύρω στα δέκα και τέτοια εποχή που τελείωναν τα σχολεία, πριν φύγουμε για την παραθέριση, ρωτούσε η μητέρα μου.
- Θα πάω στην αγορά. Θέλετε να έλθετε;
Μόνιμη απάντηση, με ερώτηση…
- Σε ποια αγορά; Στην «καλή» ή στην «κακή».
Όπου καλή ήταν αυτή με τα εμπορικά μαγαζιά, που ψώνιζες ρούχα παπούτσια και κανένα παιχνίδι. Κακή, αυτή που ψώνιζες τρόφιμα. Δηλαδή «Μοδιάνο» ή «Καπάνι». Για την πρώτη κουνούσαμε την ουρά μας χαρούμενα, σαν τρελαμένα κουτάβια. Για την δεύτερη, ούτε λόγος. Άσε που μπορεί να περιελάβανε και κουβάλημα των «ωνίων» μέχρι τα Agiou Dimitriou heights!
Αυτά σκεφτόμουν, σήμερα το απόγευμα, που τα βήματα μου με έφεραν στην υπό εκκένωση Μοδιάνο. Κάποιες μυρωδιές έχουν μείνει από τα παλιά. Η βαριά μυρωδιά του κρέατος, ανάμιχτη με αυτή των ψαριών και των σάπιων φρούτων. Μπορεί να ήταν και η ιδέα μου. Η δύναμη της συνήθειας, βλέπεις.
Περνάω έξω από τα ψαράδικα. Παρατημένα όπως, όπως κουτιά φελιζόλ, επάνω σε κεκλιμένους πάγκους. Κάποτε ήταν γεμάτοι ψάρια, επάνω σε πάγο που έλειωνε και τα νερά έτρεχαν σε καναλάκια, αλλά και στον διάδρομο, βρέχοντας τα πόδια μας που κολυμπούσαν μέσα σε ανοιχτά πέδιλα από το Μούγερ, αγορασμένα λίγο μεγαλύτερα για να χωρέσουν τουλάχιστον μια σεζόν τα πόδια που μεγάλωναν ασταμάτητα.
Τσιγκέλια παντού, βαμμένα με λευκή γυαλιστερή λαδομπογιά. Σήμερα στέκουν άχαρα, μελαγχολικά. Σε άλλες εποχές, που δεν γνώριζαν από HACP, από αυτά κρεμόταν αιματοβαμμένα σφάγια και οι χασάπηδες πάλευαν να τα πουλήσουν στις νοικοκυρές.
Πινακίδες από άλλες εποχές ή και νεότερες ρεπλίκες εκείνων των παλαιών. «Τροχείον» που κάποτε έκανε χρυσές δουλειές, αφού όλοι εκεί, με ένα μαχαίρι είχαν να κάνουν και αυτό έπρεπε να κόβει ξυράφι. Μεγαλομανείς τίτλοι «το Λουξ» και «τα ψάρια που επεκράτησαν». Σήμερα στέκουν δίπλα σε πρόχειρες εκτυπώσεις που πληροφορούν για το πού μεταφέρονται τα καταστήματα, τώρα που κλείνει η στοά.
Παντού λάμπες φθορισμού. Κάπου είχα διαβάσει ότι, αν δεις το πρόσωπο σου φωτισμένο από μια λάμπα φθορισμού, θα ξέρεις ακριβώς πώς θα δείχνεις την ημέρα που θα αποχωρίσεις από τον μάταιο τούτο κόσμο. Η σκέψη δένει όμορφα με την μελαγχολία που γεννάει ο χώρος σήμερα.
Ταβέρνες που έχουν πάρει την θέση των καταστημάτων με τρόφιμα. Κάποιες από αυτές έχουν γράψει ιστορία με τα γλέντια που γινόταν εκεί. Γλέντια, έρωτες, γκομενιλίκια, παρέες, ακόμα και πολιτικές ζυμώσεις. Παραδίπλα, άλλωστε ήταν και τα γραφεία του κάποτε παντοδύναμου ΠΑΣΟΚ. Σήμερα η παρακμή του, δένει με την παρακμή του χώρου.
Το μαγαζί του Καλογιάννη στην Ερμού, με καφέ BRAVO για τους μεγάλους, τότε που ακόμα ο καφές δεν είχε γίνει επιστήμη, και καραμέλες σε σακιά, για μας τα παιδιά. Οι δεύτερες λειτουργούσαν και ως δέλεαρ για να συνοδεύσουμε την μητέρα μας στην «κακή» αγορά.
Δεν σου τα γράφω αυτά, μιξοκλαίγονταν για τα μαγαζιά που χάνονται. Δεν έχω το δικαίωμα, καθώς εδώ και παρά πολλά χρόνια, πλην σπανίων περιπτώσεων, δεν ψώνιζα από εκεί. Τα γράφω με την ιδιότητα του περιπατητή που πέρασε κατά τύχη από παλιά λημέρια και του ξύπνησαν μνήμες.
Μοιράζομαι μαζί σου και τις φωτογραφίες που έβγαλα, με τον ταπεινό Κινέζο μου.






































Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Κωνσταντίνου και Ελένης, Update


Σήμερα γιορτάζει ο Κωνσταντίνος και η Ελένη.

Κωνσταντίνος ή Κώστας είναι αυτός που δεν είναι Γιάννης ή Γιώργος. Είναι, ας πούμε, ο τρίτος πόλος και κάπου εδώ τελειώνουμε με τα mainstream ονόματα. Είναι το όνομα που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε προαπαιτούμενο για την αναρρίχηση στα υψηλά αξιώματα της Κληρονομικής Δημοκρατίας μας. Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι πρόεδροι της δημοκρατίας και πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης έφεραν αυτό το όνομα. Για να μην μπερδευόμαστε και επειδή στην δημοκρατία δεν προβλέπεται επισήμως διαδοχή, δεν λέμε πχ Κωνσταντίνος Β’ αλλά δίνουμε υποκοριστικό, τύπου «Κωστάκης». Αυτό βέβαια ίσως να έχει να κάνει και με την αξία του ως πολιτικού. Σίγουρα όμως δεν έχει να κάνει με το μέγεθος του.

Κωνσταντίνος, όνομα λομπίστικο, κατάφερε και παρέμεινε στις επιλογές των Ελλήνων ακόμα και όταν άρχισαν να ονομάζουν τα αγόρια τους Φρίξο, Φοίβο, Ιάκινθο. Αντικατέστησαν τον Κωστάκη με τον Κωνσταντίνο, δίνοντας του το απολεσθέν εκ της συντμήσεως λούστρο και συνέχισαν κανονικά την ονοματοδοσία προς μεγάλη ευχαρίστηση παππούδων και παππάδων.

Σας έχω και μια πληροφορία που έχει και αυτή την αξία της, όταν ο Κώστας αποκαλείται Κωστάκης, είναι μερακλής και γουστάρει την χωριάτισσα.

Η Ελένη πάλι κρατάει μια αξιοπρεπή θέση στην δημοφιλία των γυναικείων ονομάτων. Μπορεί να μην είναι Μαρία αλλά σίγουρα έχει και αυτή την δυναμική της. Πρωταγωνίστρια στα προβλήματα της αριθμητικής στο δημοτικό μαζί με τον Γιαννάκη και τον Κωστάκη (Η μαμά έδωσε στην Ελενίτσα 10 πορτοκάλια, στον Γιαννάκη πέντε και στον Κωστάκη δύο. Τα μάζεψαν όλα σε ένα πανέρι. Από πόσα πορτοκάλια θα πάρει ο καθένας αν πάρουν όλοι τα ίδια;).

Ισόβια παρτενέρ του Τοτού στα ανέκδοτα που τον έχουν πρωταγωνιστή και σίγουρα ένα από τα ονόματα για τα οποία καλό είναι να μην αναρωτηθούμε. «Ποια Ελένη;». Για κάποιους βέβαια θιασώτες των πρωινών και μεσημεριανών τηλεοπτικών θεαμάτων η απάντηση αβίαστα αναφέρεται στην αιώνια βασίλισσα αυτών των ζωνών.

Η Ελένη μπορεί να ξυπνά πάθη και αποκαλείται και Νίτσα Ελενίτσα Ελενάκι μου και είναι όνειρο μου και το μεράκι μου ή να είναι της επαρχία και της Αθήνας κοιμωμένη. Μυστήριο πλάσμα η Ελένη.

Χρόνια πολλά.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Ο καφές του μάστορα


Ερχόταν που λες ο μάστορας τα παλιά χρόνια στο σπίτι. «Μάστο Νίκο να φτιάξω καφεδάκι», ρωτούσε η νοικοκυρά. «Βαρύ γλυκό, να πάνε τα φαρμάκια κάτω», απαντούσε ο μαστροΝίκος. Έφτιαχνε η νοικοκυρά, του έβαζε και κουλουράκι μαζί και καθόταν, πίνανε τον καφέ μαζί και τα λέγανε. Αν δούλευε στο γιαπί, έβγαζε το μπρίκι, έβαζε τα υλικά που είχε σε γυάλινο βαζάκι, νερό από το λάστιχο και τον «φούσκωνε» μερακλίδικο με το φλόγιστρο του υδραυλικού.

Περάσανε τα χρόνια και ο μάστορας άρχισε να πίνει φραπέ. Αν δούλευε σε σπίτι, του τον φτιάχναν σε γυάλινο ποτήρι, βάζαν και παγάκια και μπόλικη ζάχαρη και ποτέ γάλα και ένα καλαμάκι, χοντρό μπουρί της σόμπας, που έβγαινε από λευκή χάρτινη συσκευασία.  Ο μάστορας το πίνει γλυκό τον καφέ και χωρίς πολλές τσιριτσάντζουλες.

Αν δούλευε στην οικοδομή, έπαιρνε από το περίπτερο «σπαστό» φραπεδάκι, έριχνε μέσα κρύο νερό και το χτυπούσε με μανία, κάνοντας συνήθως τον κόσμο χάλια από τις «διαρροές» του καπακιού. Οι ζάχαρες, σε χάρτινο παραλληλόγραμμο φακελάκι, έβγαιναν σε πλειστηριασμό. Τα είπαμε αυτά. «Ο μάστορας το πίνει γλυκό τον καφέ του».  

Ύστερα ήλθαν τα «φραπέΣ σε πακέτο». Στην αρχή πήγαινε στην «μπουγάτσα» και του φτιάχναν τον καφέ σε πλαστικό άσπρο ποτηράκι. Το καλαμάκι πάντα σε άσπρη χάρτινη συσκευασία. Να το ανοίγεις με το στόμα και να κολλάει το μισό στα χείλια. Ήθελε προσοχή η μεταφορά γιατί τότε τα ποτηράκια δεν είχαν καπάκι και αν ήταν καλός ο μαζί σου ο μπουγατσατζής, σου το γέμιζε μέχρι πάνω.

Έβλεπες στον δρόμο να πλησιάζει το βανάκι  και μετρούσες πόσα καλαμάκια εξείχαν από το ταμπλό για να δεις πόσα μαστόρια είχε μέσα…

Και μετά ήλθε ο καιρός, του «όλα σε πακέτο». Τα ποτήρια έγιναν διαφανή, εντυποσιακά, διπλασιάστηκαν σε μέγεθος, απέκτησαν καπάκι και καλαμάκι μπουρί πολύχρωμο σε διάφανη πλαστική συσκευασία. Ήταν ο καιρός της ευμάρειας και ο φραπές πια δεν μας έκανε. Ο μάστορας έπρεπε να πίνει φρέννντττο. Έμαθε και την καστανή την ζάχαρη, έμαθε και το σιροπάκι, και καμιά φορά τον πίνει και «αντικαφεινέ» να μην τον πειράζει στο στομάχι. Τον πλήρωνε κάτι παραπάνω αλλά ήταν «στάτους σύμπολ» στην οικοδομή. Πρώτοι το ξεκίνησαν οι πιτσιρικάδες και σιγά σιγά το έμαθαν και οι μεγάλοι. «Πάνε ρε Γιωργάκι στο Νίκο στη γωνία να φέρεις φραπεδάκια και κανά κρύο νερό». «Να φέρω φρέντο μάστορα;». Μια δύο τρεις το έμαθε και ο μάστορας το φρέντο και δεν έκανε πλέον χωρίς αυτό. Το καλαμάκι στένεψε και κόντυνε. Ρουφάει, ρουφάει ο μάστορας και ο καφές ακόμα μέσα μένει.

Και ήλθε και η κρίση και ο καφές ο ακριβός, έγινε φτηνός και δίνουν δώρο και το νερό και καμιά φορά και τυρόπιτα μαζί. Δεν χρειάζεται να πηγαίνει ο Γιωργάκης στο Νίκο στην γωνία γιατί ο «Νικός» έχει πλέον ντελίβερι, με μηχανάκι που πάει κόντρα στον μονόδρομο και καβαλάει το πεζοδρόμιο για να φέρει εγκαίρως τον φρένννττττο του μάστορα, σε τσαντάκι thermos για να μην λιώσουν τα παγάκια. Το ποτήρι πάντα ανθοδοχείο, με καπάκι καμπάνα και καλαμάκι μακαρόνι Νο10 σε χρώμα μαύρο.

Και έρχεται το κράτος και ΣΕ λέει καταργώ τα καλαμάκια. Και τώρα τι θα κάνει ο μάστορας χωρίς καλαμάκι!

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Ο Γιώργος


Σήμερα γιορτάζει ο Γιώργος. Γιώργος είναι αυτός που δεν είναι Γιάννης ή Κώστας. Οι υπόλοιποι είμαστε μειονότητες με τις οποίες ουδείς ασχολείται.

Εσχάτως ο Γιώργος απαντάται πλέον ως Γεώργιος, αποτέλεσμα της αίσθησης μεγαλείου γονέων που αποφάσισαν να μην ονομάσουν τα παιδάκια τους με τα μοντέρνα ονόματα Υάκινθος, Φοίβος κλπ αλλά να κρατήσουν το όνομα του παππού. Μόνο που ο Κωστάκης έγινε Κωνσταντίνος, ο Γιαννάκης, Ιωάννης και ο Γιωργάκης, Γεώργιος και η ζωή κυλάει χαρούμενα στην όμορφη χώρα μας.

Κάθε Γιώργος είναι άτομο με μεγάλη αξία κάτι σαν ευγενές μέταλλο, αφού «όπου Γιώργος και μάλαμα». Προσωπικά γνωρίζω και μια Μάλαμα αλλά δεν την έχω δει ποτέ με Γιώργο, γι αυτό μην πιστεύετε ότι λένε τα τραγούδια. Τραγούδια γράφει και ο Σωκράτης Μάλαμας αλλά ας μην πιαστούμε και με αυτό γιατί η κουβέντα ξεστρατίζει επικίνδυνα και έχουμε να ευχηθούμε σε πολύ κόσμο.

Ατυχώς είναι τόσοι πολλοί αυτοί που φέρουν το όνομα αυτό που είναι εύκολο να γίνουν μπερδέματα. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά χρειάζονται διευκρινίσεις του τύπου «δεν είμαι εγώ ο Γιώργος που αγαπούσες μια φορά». Κάτι σαν το «δεν είναι αυτό που νομίζεις αγάπη μου».

Η σύζυγος του Γιώργου ονομάζεται Γιώργαινα και καλείται να απαντήσει στην ερώτηση «ο Γιώργος της πού πάει, για πού το βαλε και πού το ξενυχτάει» τώρα που «άναψε το πούρο του, έβαλε το σκούρο του, μπήκε στο αμάξι του». Τώρα με την κρίση και την αριστερή κυβέρνηση που σώζει τον τόπο, ο Γιώργος άναψε ένα στριφτό, φόρεσε σκισμένο τζιν και ανέβηκε σε ένα παπάκι. Αλλά η Γιώργαινα εξακολουθεί να μην μπορεί να απαντήσει στην ερώτηση. «πού πάει». Σε κάθε περίπτωση και αφού μιλάμε για νυχτερινή διασκέδαση, Γιώργο και για την ακρίβεια Γιωργάκη, θα βρούμε αν δεχτούμε την πρόσκληση και πάμε απόψε στου Θωμά. Η δοξαριά του εορτάζοντος σήμερα Γιωργάκη θα σου κόψει την μιλιά και η Μαρίκα με το ντέφι θα γελάει και θα σου γνέφει. Το ότι χρειάστηκε να μπει Γιώργος και η Μαρία, σφήνα σε τραγούδι για τον καημένο τον Θωμά, δείχνει το πρόβλημα του υπερπληθυσμού που αναγκάζει τους στιχουργούς να τους περνάνε στη ζούλα, σε τραγούδια για άλλα ονόματα.

Για κάποιο περίεργο λόγο και χωρίς να ερωτηθεί, ο Γιώργος, νιώθει ότι πρέπει να δηλώσει δημοσίως ότι το πώς τον λένε και ότι ποτέ δεν τραγουδάει, για της αγάπης το γλυκό πικρό καημό. Είναι ο ίδιος που αναγκάζει τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα να αναρωτηθεί δημοσίως «μα τι είναι αυτός, μα τι είναι αυτός ο Γιώργος».

Ο Άγιος Γεώργιος, πάντως, ήταν έφιππος στρατιωτικός, που όχι μόνο τα λέει τσεκουράτα αλλά βρίσκει και το φίδι και του κάνει το κεφάλι κρέας, προς μεγάλη τέρψη των Ασιατών που έχουν κατακλίσει τον κόσμο και βρίσκουν μια γκρουρμεδιά για το εορταστικό τραπέζι της ημέρας.  

Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου ήταν από πάντα κινητή. Για να καταλάβεις πόσο μπροστά είναι, ήταν κινητή πριν ακόμα και από την τηλεφωνία.

Οι Γιώργηδες είναι τόσοι πολλοί, που τους βρίσκεις παντού. Γεώργιο είχαμε βασιλιά, πρωθυπουργό, ακόμα και δικτάτορα. Στα χρόνια της δημοκρατίας το όνομα είναι συνυφασμένο με την ήττα, εξ ου και η έκφραση «Γιώργο χάσαμε». Βέβαια  αν μιλάμε για «Γιωργάκη» και χάσαμε και θα πληρώσουμε και θα συνεχίζουμε να πληρώνουμε εις το διηνεκές.

Η θηλυκή εκδοχή του ονόματος δεν είναι τόσο δημοφιλής αλλά είναι πάρα πολύ ισχυρή. Απαντάται συνήθως ως χώρα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης καθώς και ως κλάδος της οικονομίας. Βέβαια δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι για πολλά, πάρα πολλά χρόνια είχε το δικό της υπουργείο. Το Υπουργείο Γεωργίας.

Χρόνια Πολλά στους Γιώργηδες και τις Γεωργίες.